Παρέμβαση του Συλλόγου για την πρόσφατη απόφαση του ΣτΕ

Ενώπιον του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών» (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) –Τοπικό Υποκατάστημα Ασφαλισμένων του Τομέα Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ, εδρεύοντος στην Αθήνα, οδός Μυλλέρου αρ. 11, νομίμως εκπροσωπουμένου.
                                   ΑΙΤΗΣΗ-ΥΠΟΜΝΗΜΑ
Του νομίμως συσταθέντος και λειτουργούντος με την υπ’ αριθμό 621/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και με αριθμό καταχώρισης στα Βιβλία Σωματείων 25309/2004, Σωματείου με την επωνυμία «ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ ΔΕΗ (ΠΑΣΑΣ/ΔΕΗ)», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Αριστοτέλους αρ. 11-15, νομίμως εκπροσωπουμένου από το Διοικητικό του Συμβούλιο.
                                        ………………………
Ι. O Σύλλογος Συνταξιούχων ΔΕΗ με την επωνυμία «ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ ΔΕΗ (ΠΑ.Σ.Α.Σ ΔΕΗ)» έχει νόμιμα συσταθεί και λειτουργεί με την υπ’ αριθμό 621/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και με αριθμό καταχώρισης στα Βιβλία Σωματείων 25309/2004, είναι δε μέλος της «Ομοσπονδίας Συνταξιούχων Ελλάδας ΙΚΑ (ΟΣΕ-ΙΚΑ)» και εκπροσωπεί πάνω από 3300 συνταξιούχους της ΔΕΗ πανελλαδικά..
         Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Καταστατικού μας, σκοποί του Συλλόγου είναι:
«1. Η εγγραφή στη δύναμή του όλων των συνταξιούχων της ΔΕΗ και των θυγατρικών εταιρειών της ή άλλων εταιρειών που σχετίζονται με την ενέργεια και είναι ασφαλισμένοι στον ΟΑΠ ή ΔΑΠ/ΔΕΗ, ή σε άλλον Οργανισμό ή Ταμείο.
2. Η ενότητα όλων των συναδέλφων απόμαχων της δουλειάς και η κοινή δράση για την υπεράσπιση και προώθηση των ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών τους προβλημάτων.
3. Η διεκδίκηση και επίλυση χρόνιων ζητημάτων των συνταξιούχων και καθημερινών προβλημάτων είτε με αγώνα είτε μέσω της δικαστικής παρέμβασης, είτε με οποιαδήποτε μορφή πάλης, που θα κρίνεται κάθε φορά αναγκαία από τα μέλη και το Σύλλογό μας.
4. Η Συνεργασία με τους συλλόγους των εν ενεργεία συναδέλφων και την Ομοσπονδία τους (ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ) για την από κοινού διεκδίκηση κοινών προβλημάτων.
5 Η εγγραφή και συνεργασία με την Πανελλήνια Ομοσπονδία Συνταξιούχων ΔΕΗ (ΠΟΣ/ΔΕΗ).
6. Η αλληλεγγύη και συναδέλφωση μεταξύ των μελών και όλων των συνταξιούχων μέσα από κοινές δράσεις, πολιτιστικές εκδηλώσεις, εκδρομές κλπ.
Ανάμεσα στα άλλα στόχοι του συλλόγου είναι:
         «Η αλληλεγγύη μεταξύ των μελών με την ουσιαστική διεκδίκηση των κοινών προβλημάτων και την αναβάθμιση της ποιότητας ζωής των».
         Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω προφανές, ότι μέλη μας είναι όλοι οι συνταξιούχοι της ΔΕΗ και των θυγατρικών αυτής εταιρειών. Εξ αυτού έχουμε ενεργώς και άμεσο έννομο συμφέρον και νομιμοποιούμαστε ενεργητικά για την άσκηση της παρούσας, καθ’ όσον το σύνολο των μελών μας θίγονται από την εις βάρος μας ακολούθως αναφερόμενη συμπεριφορά και πρακτική του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και ειδικότερα από την εκ μέρους του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ μετά την 10/6/2015 και την έκδοση της υπ’ αριθμό 2288/2015 απόφασης της Ολομέλειας του ΣτΕ εφαρμογή των κριθέντων ως αντισυνταγματικών, ανίσχυρων και μη εφαρμοστέων διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 του ν. 4051/2012 και πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 περ. 1 και υποπαρ. ΙΑ.6 περ. 3 του ν. 4093/2012.
ΙΙ. Η προσφάτως εκδοθείσα υπ’ αριθμό 2288/2015 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (Ολομέλεια) έκρινε επί της από 18/6/2013 αγωγής συναδέλφων μας ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Με την αγωγή αυτή οι ενάγοντες επιδιώκουν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου Ιδρύματος να καταβάλει, νομιμοτόκως, το ποσό που αναλογεί στον καθέναν από αυτούς και το οποίο αντιστοιχεί στις περικοπές των απονεμηθεισών σ’ αυτούς κύριων συντάξεων. Ειδικότερα με την αγωγή αυτή οι ενάγοντες, συνταξιούχοι λόγω γήρατος του Τομέα Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ του εναγομένου Ιδρύματος, ζητούν να υποχρεωθεί το τελευταίο να καταβάλει στον καθένα τους νομιμοτόκως τα ποσά που αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής, και τα οποία αντιστοιχούν στις περικοπές των κύριων συντάξεών τους κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων τρίτου παρ. 10 του ν. 3845/2010, 38 του ν. 3863/2010, 44 του ν. 3986/2011, 2 του ν. 4024/2011, 6 παρ. 1 του ν. 4051/2012 και πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 περ. 1 και υποπαρ. ΙΑ.6 περ. 3 του ν. 4093/2012.
         Επ’ αυτών η Ολομέλεια του ΣτΕ έκρινε:
«22. Επειδή, μετά τις διαδοχικές ως άνω περικοπές και μειώσεις, σε συνέχεια δε και προς εφαρμογή του εγκριθέντος κατά το έτος 2012 δεύτερου «Μνημονίου Συνεννόησης» (ν. 4046/2012), ακολούθησαν, κατά τα προεκτεθέντα, το ίδιο αυτό έτος, δύο ακόμη νομοθετήματα με αντικείμενο την περαιτέρω περιστολή κυρίων και επικουρικών συντάξεων: Ο ν. 4051/2012, με το άρθρο 6 του οποίου μειώθηκαν αναδρομικά κατά 12%, όπως αναλυτικά προαναφέρθηκε, οι κύριες συντάξεις που υπερβαίνουν τα 1.300 ευρώ και οι επικουρικές συντάξεις, με κλιμάκωση του ποσοστού μειώσεως (10%, 15% και 20%) αναλόγως του ύψους αυτών και με κατοχύρωση κατώτατου ορίου 200 ευρώ, καθώς και ο ν. 4093/2012, με το άρθρο πρώτο του οποίου, αφ’ ενός μεν μειώθηκαν εκ νέου, σε ποσοστά από 5% έως και 20%, οι από οποιαδήποτε πηγή και για οποιαδήποτε αιτία συντάξεις, που υπερβαίνουν αθροιστικώς τα 1.000 ευρώ, αφ’ ετέρου δε καταργήθηκαν πλέον για όλους τους συνταξιούχους τα επιδόματα και δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας. Στις αιτιολογικές εκθέσεις των εν λόγω διατάξεων, όπως έχει εκτεθεί, δεν
μνημονεύονται καθόλου οι προηγηθείσες περικοπές, η δε λήψη των νέων μέτρων αιτιολογείται με γενική αναφορά στις «δημοσιονομικές ανάγκες της χώρας», στη «δυσμενή οικονομική κατάσταση συγκεκριμένων ασφαλιστικών φορέων» και στην ανάγκη «να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα όλων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης[…]». Στο ανωτέρω, εξ άλλου, δεύτερο Μνημόνιο προβλεπόταν σχετικώς, κατά τα ήδη επίσης εκτεθέντα, ότι για «την πορεία δημοσιονομικής προσαρμογής του
προγράμματος» και εν όψει «των συνεχών προβλημάτων της Ελλάδας με τη φορολογική συμμόρφωση», θα χρειαζόταν η λήψη «επιπρόσθετων μέτρων», ότι «το μεγαλύτερο μέρος της προσαρμογής θα επιτυγχανόταν μέσω περικοπών δαπανών που θα αποσκοπούσαν στη μόνιμη μείωση του μεγέθους του κράτους», ότι «πολλές από αυτές τις περικοπές θα έπρεπε να αφορούν τις κοινωνικές μεταβιβάσεις», και ότι «η μεγάλη εναπομείνασα δημοσιονομική προσαρμογή θα έπρεπε κατ’ ανάγκη να περιλαμβάνει περαιτέρω προσαρμογές των συντάξεων […] με τρόπο που να προστατεύονται οι χαμηλοσυνταξιούχοι […]».       
23. Επειδή, οι τελευταίες ως άνω διατάξεις ψηφίσθηκαν όταν είχε πλέον παρέλθει διετία από τον πρώτο αιφνιδιασμό της οικονομικής κρίσεως και αφού εν τω μεταξύ είχαν σχεδιασθεί και ληφθεί τα βασικά μέτρα για την αντιμετώπισή της. Επομένως, κατά την επιχειρηθείσα με τις διατάξεις αυτές νέα, για πολλοστή φορά, περικοπή συνταξιοδοτικών παροχών της ίδιας ομάδας θιγομένων, ο νομοθέτης δεν εδικαιολογείτο πλέον να προχωρήσει σε σχετικές ρυθμίσεις χωρίς ειδική έρευνα του αντικειμένου αυτών, αλλ’ όφειλε, κατά τα εκτεθέντα στη σκέψη 7, να προβεί σε εμπεριστατωμένη μελέτη, προκειμένου να διαπιστώσει και να αναδείξει τεκμηριωμένα ότι η λήψη των συγκεκριμένων μέτρων ήταν συμβατή με τις σχετικές συνταγματικές δεσμεύσεις, τις απορρέουσες, μεταξύ άλλων, από το θεσμό της κοινωνικής ασφαλίσεως, τις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας και την προστασία της αξίας του ανθρώπου. Ειδικότερα, στο πλαίσιο της μελέτης αυτής, όφειλε, κατ’ αρχάς, ο νομοθέτης να προβεί σε συνολική εκτίμηση των παραγόντων που προκάλεσαν το πρόβλημα το οποίο επικαλείται ως προς τη βιωσιμότητα των ασφαλιστικών οργανισμών (και, μάλιστα, ενός εκάστου εξ αυτών, εν όψει της διοικητικής και οικονομικής του αυτοτέλειας), και, εν όψει των παραγόντων αυτών - όπως είναι η μείωση της αξίας, μέσω του PSI (ν. 4050/2012), των διαθεσίμων κεφαλαίων των εν λόγω οργανισμών, κατά τα εκτεθέντα στη σκέψη 19, κυρίως δε, η παρατεινόμενη ύφεση και η συνακόλουθη αύξηση της ανεργίας, στις οποίες ουσιωδώς συμβάλλει η πτώση του βιοτικού επιπέδου μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού συνεπεία μέτρων αντίστοιχων
με τα επίδικα (μειώσεις συντάξεων και μισθών) ή φορολογικών επιβαρύνσεων - να κρίνει για την προσφορότητα των επίδικων αυτών μέτρων. Τούτο δε εν όψει και της διαπιστώσεώς του ότι τα αντίστοιχα μέτρα που είχε λάβει  μέχρι τότε (μειώσεις συντάξεων και μισθών) δεν είχαν αποδώσει τα αναμενόμενα και ότι η οικονομική ύφεση είχε ενταθεί με ρυθμούς που είχαν ανατρέψει τις αρχικές προβλέψεις. Ακόμη δε και αν τα επίδικα μέτρα κρίνονταν πρόσφορα, κατά τα ανωτέρω, ο νομοθέτης έπρεπε περαιτέρω να μελετήσει και να αποφανθεί αιτιολογημένα για την αναγκαιότητά τους, εξετάζοντας την ύπαρξη τυχόν εναλλακτικών επιλογών και συγκρίνοντας τα οφέλη και τα μειονεκτήματα της καθεμιάς για τους επιδιωκόμενους δημόσιους σκοπούς (δημοσιονομική προσαρμογή, βιωσιμότητα των ασφαλιστικών οργανισμών, διασφάλιση ικανοποιητικού, κατ’ άρθρο 22 παρ. 5 Συντ.,  επιπέδου ζωής των ασφαλισμένων). Τέλος, εφ’ όσον, πάντως, κατόπιν των ανωτέρω, ο νομοθέτης επέλεγε, όπως εν προκειμένω, να προβεί σε συγκεκριμένες  περικοπές συντάξεων (επιλογή κατ’ αρχήν, δικαστικώς ανέλεγκτη), όφειλε προηγουμένως να εξετάσει με τρόπο επιστημονικό και δικαστικά ελέγξιμο, αν οι επιπτώσεις των περικοπών τούτων στο βιοτικό επίπεδο των θιγομένων, αθροιζόμενες με τις επιπτώσεις από τα ήδη ληφθέντα γενικά μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης (όπως οι αλλεπάλληλες, κατά τα εκτεθέντα, φορολογικές επιβαρύνσεις) και συνδυαζόμενες με τις ευρύτερες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της διανυόμενης έκτακτης περιόδου (κόστος αγαθών και υπηρεσιών, περικοπές παροχών υγείας, ανεργία και επίδρασή της στο οικογενειακό εισόδημα, έκταση και περιεχόμενο δανειοληπτικών υποχρεώσεων), οδηγούν σε ανεπίτρεπτη μείωση του επιπέδου ζωής των συνταξιούχων κάτω του ορίου εκείνου που συνιστά, κατά τα προεκτεθέντα, τον πυρήνα του κοινωνικοασφαλιστικού τους δικαιώματος. Από κανένα όμως στοιχείο δεν προκύπτει ότι ως προς τα ανωτέρω ζητήματα έλαβε χώρα εν προκειμένω τέτοια μελέτη. Πέραν δε τούτου, δεν προκύπτει ούτε ότι ελήφθησαν υπ’ όψη οι κρίσιμες ως άνω (σκέψη 7) συνταγματικές παράμετροι. Διότι, όπως συνάγεται από τις οικείες προπαρασκευαστικές εργασίες, μόνο κριτήριο για τη θέσπιση των σχετικών μέτρων απετέλεσε η συμβολή τους στη μείωση των δημοσίων δαπανών και τη «δημοσιονομική προσαρμογή». Ακόμη δε και η αναφορά στην «δυσμενή οικονομική κατάσταση» των ασφαλιστικών οργανισμών, ως βασικής αιτίας του προβλήματος, γίνεται αορίστως, είτε για όλους τους οργανισμούς συλλήβδην, είτε για κάποιους μη κατονομαζόμενους, χωρίς να εκτιμάται συγκεκριμένα η κατάσταση καθενός από αυτούς (ενόψει της οικονομικής αυτοτελείας τους και των επιβαλλομένων, αναλόγως, διαφοροποιήσεων) και χωρίς να αναφέρεται αν και πώς συνέβαλε το Κράτος, κατά τη συνταγματική του υποχρέωση, στη διασφάλιση της βιωσιμότητάς τους. Άλλωστε, αντιθέτως προς όσα εκτίθενται στην σκέψη 7 ως προς τις υποχρεώσεις του Κράτους για την κοινωνική ασφάλιση, οι επίμαχες νομοθετικές ρυθμίσεις διέπονται από την, υπό το «νέο ασφαλιστικό σύστημα», συνταγματικώς μη ανεκτή αντίληψη ότι το Κράτος ρυθμίζει απλώς και οργανώνει την κοινωνική ασφάλιση χωρίς και να υποχρεούται να συμμετέχει στη χρηματοδότηση των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως ή ότι η υποχρέωση αυτή μπορεί να αναπληρώνεται με παροχές προνοιακού χαρακτήρα, καθώς και ότι η διασφάλιση της βιωσιμότητας των εν λόγω οργανισμών απόκειται στους ίδιους τους ασφαλισμένους, συναρτώμενη, προεχόντως ή και αποκλειστικώς, με την μαθηματική σχέση μεταξύ καταβαλλόμενων εισφορών και χορηγούμενων παροχών. Κατόπιν αυτών, οι πιο πάνω διατάξεις των νόμων 4051 και 4093/2012 αντίκεινται στις προπαρατεθείσες συνταγματικές διατάξεις και είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρες και μη εφαρμοστέες. Υπό τα δεδομένα, άλλωστε, αυτά, με τις εν λόγω διατάξεις των ανωτέρω νόμων κλονίζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ γενικού συμφέροντος και περιουσιακών δικαιωμάτων των συνταξιούχων και, ως εκ τούτου, παραβιάζεται και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ».
         Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω η Ολομέλεια του ΣτΕ με την 2288/2015 απόφασή της έκρινε τις διατάξεις
1)      του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 4051/2012 και πρώτου, και
2)      παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 περ. 1 και υποπαρ. ΙΑ.6 περ. 3 του ν. 4093/2012,
ανίσχυρες ως αντισυνταγματικές και μη εφαρμοστέες.
Σημειώνεται, ότι η 2288/2015 απόφαση του ΣτΕ δημοσιεύθηκε στις 10/6/2015. Επίσης τα ίδια ως άνω έκρινε και η 2287/2015 απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ επί αγωγής, ερειδομένης επί της ιδίας νομικής αιτίας.
Κατά συνέπεια και σε κάθε περίπτωση το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ παρανομεί, εφαρμόζοντας αντισυνταγματικές διατάξεις ως οι ανωτέρω και παραβιάζει την υποχρέωσή του, να απόσχει από την εφαρμογή αυτών από 10/6/2015, ότε και εξεδόθη η ως άνω απόφαση του ΣτΕ.
 
Επειδή έχουμε άμεσο και ενεστώς έννομο συμφέρον και νομιμοποιούμαστε ενεργητικά για την άσκηση της παρούσας.
Επειδή η παρούσα σύμφωνα με όσα έκρινε η 2788/2015 απόφαση ΣτΕ (Ολ.) είναι νομικά και ουσιαστικά βάσιμη και αληθής.
Επειδή το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ από 10/6/2015 με τη συνέχιση της επιβολής των μειώσεων στην κύρια σύνταξη των ασφαλισμένων της ΔΕΗ, οι οποίες προβλέπονται από τις κριθείσες ως αντισυνταγματικές, ανίσχυρες και μη εφαρμοστέες διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 4051/2012 και πρώτου, και παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 περ. 1 και υποπαρ. ΙΑ.6 περ. 3 του ν. 4093/2012, παραβιάζει δικαστικά απόφαση και εφαρμόζει αντισυνταγματικές διατάξεις.
Επειδή η εις βάρος μας συμπεριφορά και πρακτική του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ μας προκαλεί εξ αποκλειστικής του υπαιτιότητας βλάβη και ζημία.
                       ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ
Και με την επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματός μας από την παρούσα αιτία
                                        ΖΗΤΑΜΕ
Να γίνει δεκτή η παρούσα.
Να παύσει άμεσα το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ να εφαρμόζει τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 4051/2012 και πρώτου, και παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 περ. 1 και υποπαρ. ΙΑ.6 περ. 3 του ν. 4093/2012, με τις οποίες επιβάλλει μειώσεις στις κύριες συντάξεις των ασφαλισμένων της ΔΕΗ.
Να επιστρέψει το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ σε κάθε συνταξιούχο της ΔΕΗ τα αντιστοιχούντα στον καθένα περικοπέντα ποσά, τα οποία περιέκοψε παράνομα βάσει των ως άνω αντισυνταγματικών διατάξεων από 10/6/2015 και εντεύθεν.
Να συμμορφωθεί το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ σε όσα ως άνω έταξε η 2788/2015 απόφαση του ΣτΕ (Ολ.).
Αθήνα 16/11/2015
                                    Για τον αιτούντα Σύλλογο
             Ο Πρόεδρος                            Ο Γεν. Γραμματέας
            Πολύβιος Τσίρκας                    Παναγιώτης Πάλμος

Κατηγορία: